Είμαι 29 χρονών, δουλεύω σε μία αλυσίδα γρήγορου φαγητού, από αυτά που νομίζεις ότι ξέρεις το μενού αλλά στην πραγματικότητα δεν έχεις ιδέα τι τρως. Η βάρδιά μου τελειώνει συνήθως γύρω στις 11 το βράδυ. Γυρνάω σπίτι, τρώω κάτι πρόχειρο, βλέπω μία σειρά μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Δεν είχα κάτι ενδιαφέρον στη ζωή μου για καιρό. Μέχρι εκείνη την Τρίτη που κάτι έσπασε μέσα μου. Όχι δραματικά. Απλά ένιωσα ότι θέλω να κάνω κάτι διαφορετικό. Κάτι που να μην περιλαμβάνει οθόνη τηλεόρασης και έτοιμο φαγητό.

Εκείνο το βράδυ, αντί να ανοίξω το Netflix, άνοιξα ένα παλιό λάπτοπ που σκονιζόταν στο γραφείο. Είχα ακούσει από έναν συνάδελφο, τον Βαγγέλη, ότι δοκίμαζε πότε πότε κάτι για να περνάει η ώρα. «Πρόσεχε μόνο μην το κάνεις συνήθεια», μου είχε πει και είχε γελάσει. Το όνομά του μου είχε μείνει στο μυαλό. Έτσι, χωρίς μεγάλες προσδοκίες, μπήκα στο Vavada Καζίνο Ελλάδα. Δεν είχα ξαναπαίξει ποτέ. Μηδέν εμπειρία. Ήξερα μόνο ότι υπάρχουν φρουτάκια, ρουλέτες, και κάτι τράπουλες. Αυτά.

Έβαλα 20 ευρώ. Για μένα, δύο ώρες δουλειάς. Τίποτα τρομερό. Είπα, αν τα χάσω, θα το θεωρήσω σαν να πλήρωσα εισιτήριο για μία ταινία που τελικά δεν μου άρεσε. Η αρχή ήταν χάλια. Διάλεξα ένα παιχνίδι με πειρατές και θησαυρούς, γεμάτο φώτα. Σε τρία λεπτά, είχα 13 ευρώ. Σε πέντε, 7. «Βλέπεις;», είπα φωναχτά, «γι'αυτό δεν ασχολήθηκες ποτέ». Αλλά αντί να κλείσω, έκανα κάτι διαφορετικό. Σταμάτησα. Σηκώθηκα. Έφτιαξα έναν καφέ. Και ενώ περίμενα να βράσει το νερό, σκέφτηκα: «Δεν έχω χάσει τίποτα. Είχα αποφασίσει ότι είναι εισιτήριο. Ας δω τι έχει από δίπλα».

Ξανακάθισα. Αυτή τη φορά διάλεξα ένα παιχνίδι χωρίς πολλές φανφάρες. Μία απλή ρουλέτα, μόνο νούμερα, χρώματα, τίποτα άλλο. Από τα 7 ευρώ που είχαν μείνει, πόνταρα 1 ευρώ στο κόκκινο. Έπεσε κόκκινο. 8 ευρώ. Πόνταρα 2 ευρώ στο μαύρο. Έπεσε μαύρο. 10 ευρώ. Σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα στα 21 ευρώ. Είχα επιστρέψει στην αφετηρία. Το περίεργο ήταν ότι δεν ένιωσα ανακούφιση. Ένιωσα μία ήσυχη ικανοποίηση, σαν να είχα λύσει ένα μικρό μαθηματικό.

Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να κάνω μία κίνηση που δεν είχα σκεφτεί ποτέ. Πόνταρα 5 ευρώ στο νούμερο 14. Το 14 ήταν η ηλικία που είχα πρωτοδουλέψει σε εστιατόριο για μεροκάματο. Μία ανάμνηση, τίποτα παραπάνω. Ο τροχός γύρισε. Δεν κοίταγα καν την οθόνη με προσήλωση. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο χέρι. Η μπίλια σταμάτησε. 14. Δεν το πίστευα. Κοίταξα δύο φορές. Ο λογαριασμός μου από 21 πήγε σε 96 ευρώ. Ναι, 96. Μέσα σε ένα γύρο.

Το σώμα μου πάγωσε. Όχι από φόβο. Από έκπληξη. Δεν είχα ξαναδεί τόσο γρήγορη μεταβολή. Πήρα μία βαθιά ανάσα. Και αντί να συνεχίσω σαν τρελός, σκέφτηκα: «Αυτά είναι λεφτά μίας βάρδιας. Τρεις βάρδιες, βασικά». Πάτησα εξαγωγή. Έβγαλα 84 ευρώ. Άφησα 12 μέσα. Ήθελα να δω αν η πλατφόρμα ήταν αξιόπιστη. Μέσα σε λίγα λεπτά, τα 84 ευρώ ήταν στον τραπεζικό μου λογαριασμό. Κοίταξα το υπόλοιπο. Χαμογέλασα. Ήταν αληθινό.

Τις επόμενες τρεις μέρες, δεν ξαναμπήκα. Το Σάββατο, όμως, είχα μία δύσκολη βάρδια. Πελάτες αγενείς, ένα λάθος στην παραγγελία, και το αφεντικό γκρίνιαξε. Γύρισα σπίτι εκνευρισμένος. Θυμήθηκα τα 12 ευρώ που είχαν μείνει. Μπήκα στο Vavada Καζίνο Ελλάδα με διάθεση εκτόνωσης. Αλλά αυτή τη φορά, είχα ήδη μάθει κάτι. Δεν έπαιξα γρήγορα. Διάλεξα ένα slot με χαμηλό ρίσκο, πόνταρα 0,20 λεπτά. Σε μισή ώρα, με μικρά κέρδη εδώ κι εκεί, είχα φτάσει στα 28 ευρώ. Όχι πάλι τζάκποτ, αλλά ωραία αίσθηση.

Έβγαλα 20 ευρώ. Άφησα 8. Είχα μάθει πλέον να κρατάω μικρό καλάθι. Εκείνο το Σάββατο, κοιμήθηκα χωρίς να σκέφτομαι το αφεντικό. Το πρωί, ξύπνησα και είδα ότι συνολικά, μέσα σε μία εβδομάδα, είχα βγάλει 104 ευρώ από το Vavada Καζίνο Ελλάδα. Μπορεί να μην είναι περιουσία, αλλά για μένα ήταν ένας μήνας δωρεάν καφέδων. Και το καλύτερο; Δεν είχα χάσει ποτέ πάνω από 20 ευρώ συνολικά.

Η μεγάλη αλλαγή δεν ήταν τα χρήματα. Ήταν ότι σταμάτησα να φοβάμαι τη βαρεμάρα. Κάθε φορά που νιώθω ότι η δουλειά με πνίγει, θυμάμαι εκείνο το βράδυ με το νούμερο 14. Δεν είναι μαγικό. Είναι απλά μία υπενθύμιση ότι μερικές φορές, η τ
Quote
0